Ακράτεια & Κολπική ξηρότητα; ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ

123

Η  ακράτεια ούρων είναι κάθε απώλεια  ούρων χωρίς τη θέλησή μας.

Η ακράτεια ούρων, ωστόσο, είναι ένα σύμπτωμα, όπως ο πόνος ή ο πυρετός κι όχι πάθηση. Η ακράτεια, δηλαδή, εμφανίζεται ως εκδήλωση μια άλλης πάθησης.

Πολλές παθήσεις του ουροποιητικού και όχι μόνο, μπορεί να εμφανίσουν σαν σύμπτωμα την ακράτεια.  Για το λόγο αυτό, είναι σημαντική η επιμελής αξιολόγηση κάθε ασθενούς με ακράτεια και η επιδίωξη της ανεύρεσης του αιτίου της.

Συχνά βλέπουμε παθήσεις, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως, ο καρκίνος του εντέρου, η ατροφία του εγκεφάλου ή η διαβητική νόσος της κύστεως, το ουρογεννητικό σύνδρομο, η κολπική ατροφία και άλλες παθολογίες, να εκδηλώνονται με μόνο σύμπτωμά τους  την ακράτεια.

Μία από τις συχνότερες αιτίες ακράτειας, ειδικά στην περιεμμηνοπαυσιακή περίοδο είναι και η κολπική ξηρότητα.

Κολπική ξηρότητα

Η κολπική ξηρότητα οφείλεται σε καταστάσεις που οδηγούν σε ατροφία του κολπικού επιθηλίου, μείωση της ελαστικότητας του κόλπου και εκφύλιση των αδενίων του, με αποτέλεσμα τη διαταραχή της φυσικής λίπανσης του κόλπου, την απώλεια της ελαστικότητάς του και τη διαταραχή της τοπικής χλωρίδας.  Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή σαν ουρογεννητικό σύνδρομο, με συνήθεις εκδηλώσεις από το ουροποιητικό την ακράτεια, αλλά και τις ουρολοιμώξεις.

Οι ορμονικές μεταβολές που μπορεί να συμβούν σε οποιαδήποτε ηλικία, η εγκυμοσύνη, η εξωγενής λήψη ορμονικών θεραπευτικών σκευασμάτων, όπως γίνεται στη θεραπεία της  ενδομητρίωσης ή στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού, η εμμηνόπαυση, η αύξηση του βάρους, το stress  του τοκετού ή μίας επέμβασης στην περιοχή, δημιουργούν σημαντικές μεταβολές που καθυστερούν να αποκατασταθούν και πάντα αφήνουν μικρές ενοχλήσεις πίσω.

Οι ενοχλήσεις αυτές, που με τα χρόνια αυξάνονται, οργανώνονται σταδιακά σε ένα σύνολο πολλών μικρών και συχνά άτυπων συμπτωμάτων, που χαρακτηρίζεται ως ουρογεννητικό σύνδρομο.

Η ακράτεια που οφείλεται στο σύνδρομο αυτό είναι μία κατάσταση που σπάνια απαιτεί χειρουργική επέμβαση για να διορθωθεί. Μετά από λεπτομερή έλεγχο του αιτίου της ακράτειας με απεικόνιση, μελέτη ούρησης και κυστεοσκόπηση, η ασθενής ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος και το αίτιο μπορεί να λάβει:

Α. Φαρμακευτική αγωγή, με σκευάσματα που λαμβάνονται από το στόμα καθημερινά και στοχεύουν στη μείωση της αστάθειας της ουροδόχου κύστεως, είτε δρώντας απευθείας σε αυτή,είτε δρώντας κεντρικότερα στο νευρικό σύστημα. Αυτά μπορεί να συνδυαστούν μεταξύ τους, αλλά και με άλλα σκευάσματα που δρουν απευθείας στον σφιγκτήρα.

Β. Ενέσιμες θεραπείες, όπως ειδικούς παράγοντες που ενίονται στον σφιγκτήρα και δημιουργούν στεγανότερη λειτουργία του, αλλά και θεραπείες αντιμετώπισης της κολπικής ξηρότητας, όπως το υαλουρονικό οξύ.

Γ. Αναγεννητικές θεραπείες, όπως το κολπικό LASER και το πλάσμα που είναι πλούσιο σε αναγεννητικούς παράγοντες, το γνωστό πλέον prp. Οι θεραπείες αυτές έχουν σκοπό την αναγέννηση του ιστού μέσω της διέγερσης των ινών κολλαγόνου, της ελαστίνης, αλλά και των βλαστοκυττάρων, των κυττάρων της νεότητας.

Οι θεραπείες αυτές μπορεί να δοθούν είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, είναι ασφαλείς, έχουν πολύ καλά και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και προσφέρουν σημαντική βελτίωση στη ζωή αυτών των γυναικών. Οι ενέσιμες και οι αναγεννητικές θεραπείες δεν απαιτούν εισαγωγή στο νοσοκομείο και δεν χρειάζονται τροποποίηση της καθημερινότητας, γεγονός που τις κάνει ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία γίνεται εξατομικευμένα, ενώ πάντα προτείνεται καλός έλεγχος του υποκείμενου νοσήματος και επιμελής διαγνωστική της ακράτειας, ώστε η θεραπεία να είναι στοχευμένη και επιτυχής.