ΗΛΙΑΣ Ν. ΜΥΓΔΑΛΗΣ PhD
Παθολόγος- Διαβητολόγος
Διευθυντής Διαβητολογικού Ιατρείου
Γενική Κλινική «Λευκός Σταυρός», Αθήνα
Ο σακχαρώδης διαβήτης ή όπως συνηθίζεται να λέγεται απλά «διαβήτης» ή «σάκχαρο» είναι ένα χρόνιο νόσημα γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο διαβήτης διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) Τον διαβήτη τύπου 1, που χρειάζεται απαραίτητα ινσουλίνη για την αντιμετώπισή του, αλλιώς ο διαβητικός θα πέσει σε διαβητικό κώμα και β) τον διαβήτη τύπου 2, που δεν χρειάζεται απαραίτητα ινσουλίνη, αλλά είναι εξίσου επικίνδυνος με τον τύπου 1.
Η μορφή αυτή του διαβήτη αποτελεί τη συνηθέστερη μορφή (περίπου το 80% του συνόλου των διαβητικών) και απαντάται κατά κύριο λόγο σε παχύσαρκους ενήλικες, σε ποσοστό περίπου 80%.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔ έχει τέσσερα βασικά σκέλη: τη δίαιτα, την άσκηση, τη φαρμακευτική αγωγή και την εκπαίδευση. Με τα μέτρα αυτά γίνεται προσπάθεια για τη ρύθμιση της μεταβολικής διαταραχής και όχι την ίαση, δεδομένου ότι ο διαβήτης είναι μια μόνιμη πάθηση που ρυθμίζεται και δεν θεραπεύεται ριζικά, όπως π.χ. ένα παροδικό νόσημα (π.χ. κρυολόγημα, ουρολοίμωξη, πνευμονία). Σε αρκετά άτομα με ήπιο διαβήτη τύπου 2 μετά από κάποιο διάστημα εφαρμογής των θεραπευτικών μέτρων, τα λίγα συμπτώματα, αν υπάρχουν υποχωρούν και τα σάκχαρα αίματος πλησιάζουν ή είναι μέσα στα φυσιολογικά όρια. Εδώ είναι ο κίνδυνος. Αρκετοί πιστεύουν ότι διαβήτης έπαψε να υπάρχει και για μεγάλο διάστημα δεν προσέχουν τον εαυτό τους, για να προσέλθουν ξανά στο γιατρό με σαφή επιβάρυνση.
Σαν άριστη δε, θεωρείται η ρύθμιση του διαβήτη, όταν οι διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα ολόκληρο το 24ωρο ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες των μη διαβητικών ατόμων.
Εκτός από το στόχο της μείωσης των αυξημένων σακχάρων αίματος πρέπει να γίνει αναζήτηση και άλλων παραγόντων κινδύνου για επιπλοκές (π.χ. παχυσαρκίας, υπέρτασης, διαταραχής λιπιδίων, καπνίσματος), οι οποίοι συνυπάρχουν συχνά στα άτομα με διαβήτη τύπου 2.
Τα τελευταία χρόνια, από μελέτες σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που αφορούσαν αποτελέσματα από την καρδιά και τα νεφρά, προέκυψαν σημαντικά οφέλη για κάποιες κατηγορίες φαρμάκων. Έτσι πλέον, εκτός από τον στόχο των καλών σακχάρων αίματος, στόχος είναι και η μείωση του καρδιονεφρικού κινδύνου. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι προσωπικές ανάγκες και οι ιδιαιτερότητες του ατόμου με διαβήτη τύπου 2 πρέπει να είναι σεβαστές (ασθενοκεντρική προσέγγιση), όπως επίσης η αναλογία κόστους – οφέλους κάθε φαρμάκου.
Μετφορμίνη
Σε απουσία αντενδείξεων, η μετφορμίνη τις περισσότερες φορές αποτελεί το φάρμακο πρώτης επιλογής.
Η μετφορμίνη αναστέλλει την ενδογενή παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ. Μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη στο επίπεδο των ηπατικών κυττάρων, με αποτέλεσμα τόσο τη μη περαιτέρω αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, όσο και στη συνέχεια τη μείωσή της. Οι δύο κύριες διαταραχές στον διαβήτη τύπου 2 είναι η διαταραχή της λειτουργίας των β-κυττάρων του παγκρέατος και η αντίσταση στην ινσουλίνη (ινσουλινοαντοχή).
Τα β-κύτταρα του παγκρέατος στα πρώτα στάδια της νόσου δεν εκκρίνουν αμέσως την ποσότητα της ινσουλίνης που χρειάζεται στον κατάλληλο χρόνο. Με την πάροδο δε του χρόνου ελαττώνεται και η ικανότητα των β-κυττάρων να παράγουν ινσουλίνη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη (ινσουλινοαντοχή) θεωρείται πρωτογενής διαταραχή, στην οποία παρατηρείται μειωμένη βιολογική απάντηση σε δεδομένη συγκέντρωση ινσουλίνης, η οποία φαίνεται ότι είναι γενετικά καθορισμένη και επιδεινώνεται με την παχυσαρκία και με την έλλειψη σωματικής δραστηριότητας (επίκτητοι παράγοντες).
Η μετφορμίνη, επίσης, μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και στον μυϊκό ιστό, με αποτέλεσμα τα μυϊκά κύτταρα να προσλαμβάνουν περισσότερη γλυκόζη με την παρουσία ίδιας ποσότητας ινσουλίνης.
Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 χωρίς συννοσηρότητες (καρδιαγγειακή ή νεφρική νόσος), η μετφορμίνη προτείνεται ως αρχική θεραπευτική επιλογή.
Η έναρξη του φαρμάκου γίνεται αρχικά σε μικρή δόση (500 ή 850 mg/ημέρα ), σε μία δόση μετά το φαγητό και αυξάνεται σταδιακά, ανά εβδομάδα συνήθως. Ιδανικά χορηγείται το πρωί ή το βράδυ.
Σε άτομα με παχυσαρκία, η χορήγηση μετφορμίνης έχει ως αποτέλεσμα μικρή απώλεια βάρους ή τουλάχιστον σταθεροποίηση του βάρους. Παρουσιάζει λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πιο συχνές είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές (διάρροια, μετεωρισμός, κοιλιακό άλγος, ναυτία), που με τη σωστή δόση έναρξης και τιτλοποίησης του φαρμάκου δεν ξεπερνούν το 5% αυτών που τη λαμβάνουν.
Λόγω του μηχανισμού δράσης της, που χαρακτηρίζεται αντιγλυκαιμική παρά υπογλυκαιμική, θεωρείται ότι δεν προκαλεί υπογλυκαιμία.
Η χορήγηση μετφορμίνης πρέπει να διακόπτεται πριν από κάθε εξέταση που απαιτεί χορήγηση σκιαγραφικού με ιώδιο. Μπορεί να επαναχορηγηθεί μετά από δύο μέρες, εφόσον η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική. Σε όλες τις περιπτώσεις, η χρήση της μετφορμίνης θα πρέπει να επανεξετάζεται, σε τυχόν επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας. Στα ηλικιωμένα άτομα, η χορήγηση μετφορμίνης, εφόσον δεν υπάρχει αντένδειξη, αποτελεί ίσως την καλύτερη επιλογή για αρχική θεραπεία, λόγω του χαμηλού έως καθόλου κινδύνου για υπογλυκαιμία.
Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 και συννοσηρότητες (καρδιαγγειακή ή νεφρική νόσος) υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για άλλες ομάδες αντιδιαβητικών φαρμάκων, ότι πλεονεκτούν και προτιμούνται ως αρχική θεραπευτική επιλογή. Η μετφορμίνη και σε αυτά τα άτομα μπορεί να προστεθεί στη θεραπευτική αγωγή.
Σε όλες τις περιπτώσεις ωστόσο, η αλλαγή τρόπου ζωής (δίαιτα, άσκηση, ρύθμιση σωματικού βάρους) και η εκπαίδευση είναι απαραίτητα στοιχεία της θεραπείας.












