Η καρωτιδική νόσος είναι η στένωση ή απόφραξη των καρωτίδων αρτηριών στον λαιμό, που οφείλεται κυρίως σε αθηροσκλήρωση. Αυτό μειώνει τη ροή αίματος και οξυγόνου στον εγκέφαλο, αυξάνοντας τον κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο (ισχαιμικό) ή παροδικό ισχαιμικό αγγειακό επεισόδιο.
Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου της καρωτιδικής νόσου περιλαμβάνουν:
Κάπνισμα: Βλάπτει τα αγγεία και επιταχύνει την αθηροσκλήρωση.
Υπέρταση : Αυξάνει την πίεση στα τοιχώματα των αρτηριών.
Υπερλιπιδαιμία: Συμβάλλει στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας.
Σακχαρώδης Διαβήτης: Προκαλεί βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία.
Ηλικία: Αυξημένος κίνδυνος σε άτομα άνω των 60-65 ετών.
Φύλο: Οι άνδρες κινδυνεύουν περισσότερο, ειδικά κάτω των 75 ετών, ενώ στις γυναίκες ο κίνδυνος αυξάνεται μετά τα 75.
Οικογενειακό Ιστορικό: Γενετική προδιάθεση για αθηροσκλήρωση.
Τρόπος Ζωής: Παχυσαρκία, καθιστική ζωή, κακή διατροφή και στρες.
Άλλες παθήσεις: Ύπαρξη στεφανιαίας νόσου ή περιφερικής αρτηριοπάθειας.
Διάγνωση
Η διάγνωση της καρωτιδικής νόσου βασίζεται, κυρίως, στο έγχρωμο υπερηχογράφημα (triplex) για τον εντοπισμό στενώσεων από αθηρωματική πλάκα. Συμπληρωματικές απεικονιστικές εξετάσεις, όπως η αξονική ή μαγνητική αγγειογραφία (CTA/MRA), χρησιμοποιούνται για λεπτομερέστερη εκτίμηση του βαθμού στένωσης και της ροής του αίματος.
Αντιμετώπιση
Η καρωτιδική αποφρακτική νόσος που δύναται να αντιμετωπιστεί με επέμβαση επαναγγείωσης, εκτιμάται στο 5-12% των νέων εγκεφαλικών επεισοδίων.
Η αντιμετώπιση της καρωτιδικής νόσου μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική (καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή- CEA ή ενδαγγειακή αποκατάσταση με τοποθέτηση ενδονάρθηκα- CAS).
– Η ενδαρτηρεκτομή της καρωτίδος μπορεί να συνιστάται σε ασυμπτωματικούς ασθενείς <75 ετών και στένωση 70%-99%, εάν ο κίνδυνος που σχετίζεται με τη χειρουργική επέμβαση είναι μικρότερος από 3% .
– Η ενδαγγειακή αντιμετώπιση στένωσης της έσω καρωτίδος (Carotid Artery Stenting) θα πρέπει να προσφέρεται σε συμπτωματικούς ασθενείς, εφόσον είναι υψηλού κινδύνου για καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή (CEA), σε κέντρα με μεγάλο όγκο περιστατικών, με τεκμηριωμένα χαμηλά ποσοστά περιεπεμβατικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) και θανάτων.
-Προς το παρόν, είναι σκόπιμο να προσφέρουμε CAS σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, μόνο σε κέντρα με μεγάλο όγκο περιστατικών, με τεκμηριωμένα χαμηλά ποσοστά περιεπεμβατικού ΑΕΕ και θανάτων ή εντός μιας καλά οργανωμένης κλινικής μελέτης.
– Για ασυμπτωματικούς ασθενείς «εξαιρετικά» υψηλού κινδύνου, η φαρμακευτική αγωγή μόνο είναι η καλύτερη επιλογή, αντί της οποιασδήποτε επεμβατικής παρέμβασης.
– Το CAS συσχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά εμβολισμού (απόφραξη εγκεφαλικών αρτηριών από μικροθρόμβους ή υλικό αθηρωματικής πλάκας από απόσπαση που προκαλεί παροδικά ή μόνιμα εγκεφαλικά επεισόδια) στους υπερήλικες.
– Η μορφολογία της αθηρωματικής πλάκας πρέπει να εκτιμάται σε όλες τις περιπτώσεις, πριν από μια επεμβατική αντιμετώπιση.
Ενδείξεις CAS
Η CAS ενδείκνυται σε περιπτώσεις:
- Επανεπέμβασης-επαναστένωσης.
- Ακτινοβολίας.
- Υψηλού καρωτιδικού διχασμού ή ενδοκρανιακής επέκτασης της καρωτιδικής βλάβης.
Αντενδείξεις CAS
Η CAS δε συνίσταται σε ασθενείς με:
- εκτεταμένη αορτική πλάκα ή πλάκες στους αορτικούς κλάδους
- ασβέστωση και ελίκωση – εκτός αν εκτελείται σε κέντρα μεγάλου όγκου περιστατικών με τεκμηριωμένα χαμηλά περιεπεμβατικά ΑΕΕ και ποσοστά θανάτου.
Η CAS θα πρέπει να εκτελείται υπό διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με ασπιρίνη και κλοπιδογρέλη.
– Διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή θα πρέπει να ξεκινάει πριν τη CAS και να συνεχίζεται για 3 μήνες μετά το stenting.
– Οι στατίνες συνιστώνται σε ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), ασυμπτωματική καρωτιδική στένωση >50% και/ή συνυπάρχουσα στεφανιαία νόσο, ή στοιχεία αθηροσκληρωτικής προέλευσης (ο βασικός στόχος είναι LDL-C < 100 mg/dl, και < 70 mg/dl για τους ασθενείς πολύ υψηλού κινδύνου με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου).
– Η αντι-υπερτασική θεραπεία συνιστάται για την πρόληψη των υποτροπιαζόντων εγκεφαλικών επεισοδίων και σε ασθενείς με ιστορικό ισχαιμικού εγκεφαλικού ή ΠΙΕ.











