Η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελούν σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας και πραγματική πανδημία στον 21ο αιώνα.
Η συχνότητα της παχυσαρκίας λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις, παγκοσμίως, κυρίως εξαιτίας της επικράτησης του καθιστικού τρόπου ζωής και της διατροφής με τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος, σάκχαρα και θερμίδες. Τα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας στην Ελλάδα αγγίζουν σήμερα σχεδόν το 70% του πληθυσμού, με ιδιαίτερα ανησυχητική αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας.
Η ταξινόμηση του παθολογικού βάρους σώματος γίνεται με βάση το δείκτη μάζας σώματος ΒΜΙ. Υπέρβαρα θεωρούνται τα άτομα με ΒΜΙ μεταξύ 25 και 30 και παχύσαρκα τα άτομα με ΒΜΙ πάνω από 30.
Η παχυσαρκία διακρίνεται σε κεντρική και περιφερική, ανάλογα με την κατανομή του σωματικού λίπους. Η κεντρική παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από αυξημένο ενδοκοιλιακό λίπος, ενώ η περιφερική από αυξημένο λίπος, κυρίως στην περιοχή των γλουτών. Το αυξημένο ενδοκοιλιακό λίπος ή η σπλαχνική παχυσαρκία όπως ονομάζεται, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων (έμφραγμα και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), αντίσταση στην ινσουλίνη, υπερινσουλιναιμία, διαβήτη τύπου 2, υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, λιπώδες ήπαρ, οξειδωτικό στρες και συστηματική φλεγμονή.
Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι και ο σακχαρώδης διαβήτης προκαλεί μικρο- και μακρο-αγγειακές επιπλοκές και έχει επίπτωση στο 10% του ελληνικού πληθυσμού.
Στρες
Και τα δύο νοσήματα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, ενώ τα αίτια και οι προδιαθεσικοί παράγοντες για την εμφάνισή τους είναι πολλαπλοί. Μεταξύ αυτών, εξέχουσα θέση κατέχει το στρες.
Πρόσφατες μελέτες, έχουν αναγνωρίσει ότι το στρες σχετίζεται με την εμφάνιση της παχυσαρκίας, κυρίως της κεντρικής παχυσαρκίας. Το στρες ορίζεται ως μια δυσάρεστη κατάσταση φόβου ή έντασης που προετοιμάζει τον οργανισμό για φυγή από οτιδήποτε τον «τρομάζει».
Η απάντηση του οργανισμού στο διάφορα στρεσογόνα ερεθίσματα επιτυγχάνεται μέσω ενός πολύπλοκου νευρο-ενδοκρινικού συστήματος, που εκτείνεται τόσο στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, όσο και στην περιφέρεια.
Οι κεντρικοί σταθμοί αυτού του συστήματος είναι: 1) οι νευρώνες της εκλυτικής ορμόνης της κορτικοτροπίνης (CRH), οι νευρώνες της αργινίνης βασοπρεσσίνης (AVP) που βρίσκονται στον υποθαλάμο και οι CRH νευρώνες των πυρήνων του μυελού,
2) οι νευρώνες του κεντρικού νευρικού συμπαθητικού συστήματος, που παράγουν αδρεναλίνη και νοραδρεναλίνη.
Στην περιφέρεια, βρίσκονται δύο αδένες, η υπόφυση και τα επινεφρίδια. Σε κατάσταση στρες, ενεργοποιείται ο άξονας Υποθάλαμος -Υπόφυση -Επινεφρίδια, δηλαδή σήματα που μεταφέρονται μέσω της CRH ορμόνης του υποθαλάμου διεγείρουν την έκκριση της ACTH ορμόνης από την υπόφυση, η οποία με τη σειρά της διεγείρει την έκκριση των γλυκοκορτικοειδών και κυρίως της κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.
Τα γλυκοκορτικοειδή ασκούν παλίνδρομη καταστολή στο επίπεδο του υποθαλάμου και της υπόφυσης, παρέχοντας μια κρίσιμη δικλίδα ασφαλείας που εξασφαλίζει τον τερματισμό της διέγερσης του άξονα.
Χρόνιο στρες
Όταν το στρες γίνεται “χρόνιο”, όπως συμβαίνει σε πολλές καταστάσεις, π.χ. στη μείζονα κατάθλιψη, στο σύνδρομο χρόνιου στρες, στα χρόνια νοσήματα, στον αλκοολισμό, στη ψυχογενή ανορεξία, στην κακοποίηση στην παιδική ηλικία, σε κοινωνικές δυσκολίες, αυτός ο μηχανισμός αυτορρύθμισης δεν υφίστανται, με αποτέλεσμα τα επίπεδα της κορτιζόλης να παραμένουν υψηλά και να προκαλούν καταστροφικές καταβολικές και ανοσοκατασταλτικές δράσεις.
Συγκεκριμένα, η κορτιζόλη επιδρά αρνητικά στο μεταβολισμό, προκαλεί αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης, της συγκέντρωσης της γλυκόζης στο πλάσμα, της λιπόλυσης (ευνοώντας ωστόσο την κοιλιακή εναπόθεση λίπους) και της διάσπασης των πρωτεϊνών σε διάφορους ιστούς (π.χ. σκελετικοί μύες, οστά), προκαλεί μείωση της μυϊκής μάζας και οστεοπόρωση, αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, υπερινσουλιναιμία και δυσλειτουργία του β-κυττάρου του παγκρέατος, με αποτέλεσμα την εμφάνιση διαβήτη και μεταβολικού συνδρόμου. Συνέπεια αυτών, είναι ο αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος.
Είναι επίσης γνωστό, ότι το στρες ανεβάζει το σάκχαρο αίματος στους διαβητικούς και σε άτομα με προδιαβήτη και προδιαθεσικούς παράγοντες για διαβήτη επιταχύνοντας την εμφάνισή του, πάντα μέσω της υπερκορτιζολαιμίας.
Μελέτες έχουν αποδείξει ότι τα άτομα με κοιλιακή παχυσαρκία είναι πιο ευάλωτα σε στρεσογόνα ερεθίσματα και ότι το χρόνιο στρες είναι συνδεδεμένο με την κοιλιακή παχυσαρκία, ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος. Αυτό σημαίνει ότι το σπλαχνικό λίπος είναι παρόν είτε σε άτομα με αυξημένο, είτε με φυσιολογικό βάρος.
Συμπερασματικά, το χρόνιο στρες φαίνεται να συμβάλλει, άμεσα και έμμεσα, στην ανάπτυξη διαταραχών του μεταβολισμού, όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2. Αντίστροφα, τα χρόνια μεταβολικά νοσήματα οδηγούν σε καταστάσεις χρόνιου στρες.
Η διαχείριση του στρες αποτελεί μέρος της θεραπευτικής αντιμετώπισης των ατόμων με παχυσαρκία, διαβήτη και προδιάθεση για ανάπτυξη διαβήτη.
Αυτό επιτυγχάνεται με τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, τη γιόγκα, τις τεχνικές χαλάρωσης, την άσκηση και τη σωστή διατροφή.












