Τεράστια η επιβάρυνση της παχυσαρκίας

251

Πρόλογος: Ο αυξανόμενος επιπολασμός και η αδυναμία προβλεψιμότητας στην ανταπόκριση του κάθε ατόμου στα μέτρα αντιμετώπισής της (υγιεινοδιαιτητικά μέτρα, φάρμακα και βαριατρικά χειρουργεία) είναι οι κύριες προκλήσεις της παχυσαρκίας. Μιας  “χρόνιας, προοδευτικής και υποτροπιάζουσας νόσου που σχετίζεται με πολλές επιπλοκές”, όπως αναφέρει στη συνέντευξή της στο περιοδικό “Στα Χρώματα του Διαβήτη” η Αικατερίνη Μπαρμπαγιάννη, MD, MSc, Ειδική Παθολόγος με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη και Υποψήφια Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα στατιστικά είναι εξόχως ζοφερά: Σχεδόν 4 στους 10 ενήλικες στη χώρα μας έχουν βάρος πάνω από το κανονικό, ενώ ένα ποσοστό άνω του 32% είναι ήδη παχύσαρκοι.

Η κυρία Μπαρμπαγιάννη αναλύει τις επιπλοκές της νόσου και περιγράφει όλα τα μέσα που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας για την αντιμετώπισή της.  

Η παχυσαρκία είναι μια νόσος -επιτέλους αναγνωρίζεται ως τέτοια- με επιδημικές διαστάσεις.  Πόσο δυσοίωνα είναι τα δεδομένα σχετικά με τη νόσο; 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Άτλαντα για την Παχυσαρκία, τα ποσοστά συνεχώς αυξάνονται. Αν δεν λάβουμε δράση, 1 στους 4 ανθρώπους, παγκοσμίως, άνω των 5 ετών, προβλέπεται να έχει παχυσαρκία μέχρι το 2035. Αν συνυπολογίσουμε και τα άτομα με υπερβάλλον βάρος, το ποσοστό ανεβαίνει στο 50%. Με άλλα λόγια, ένας στους δυο υπολογίζεται να έχει μη φυσιολογικό σωματικό βάρος μέσα στα επόμενα 10 χρόνια.

Εξαιρετικά δυσοίωνα είναι τα δεδομένα, ειδικά ως προς την παιδική παχυσαρκία, όπου ο ρυθμός αύξησης είναι ταχύτερος σε σχέση με των ενηλίκων.  Μάλιστα, προβλέπεται ότι στα αγόρια τα ποσοστά θα διπλασιαστούν και στα κορίτσια θα υπερδιπλασιαστούν έως το 2035.

Την ταχύτερη αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας αντιμετωπίζουν οι χώρες χαμηλότερου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα, διαθέτουμε πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα στον ενήλικο πληθυσμό, όπου ένα ποσοστό της τάξης του 37,6% έχει υπερβάλλον βάρος και ένα ποσοστό 32,1% έχει ήδη παχυσαρκία.

Και αν αυτά τα στοιχεία τα δούμε υπό το πρίσμα των συνοδών της παχυσαρκίας νοσημάτων, για τι επιβάρυνση μιλάμε (για συστήματα και κοινωνίες); 

Η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, προοδευτική και υποτροπιάζουσα νόσος που σχετίζεται με πολλές επιπλοκές.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης, τα καρδιαγγειακά επεισόδια (εμφράγματα και εγκεφαλικά επεισόδια), οι αρθρίτιδες, η κατάθλιψη, η υπνική άπνοια, η υπογονιμότητα, οι κακοήθειες, είναι κάποιες μόνο από αυτές.

Η  επιβάρυνση της παχυσαρκίας στα συστήματα υγείας είναι τεράστια. Το κόστος της παχυσαρκίας, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει μόνο την αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών υγείας και τις άμεσες δαπάνες για τη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με αυτήν, αλλά και τις έμμεσες δαπάνες, όπως την απώλεια παραγωγικότητας και την απουσία από την εργασία, λόγω επεισοδίων της νόσου, ακόμη και την πρόωρη θνησιμότητα.

Όσο πολυσχιδείς είναι ωστόσο οι επιπτώσεις της παχυσαρκίας, άλλο τόσο είναι και οι αιτίες της. 

Η παχυσαρκία μπορεί να οφείλεται σε πολλά διαφορετικά αίτια. Η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας οδηγούν στη διαρκώς αυξανόμενη επίπτωση της παχυσαρκίας.

Ωστόσο, γενετικοί, περιβαλλοντικοί, ψυχολογικοί και μεταβολικοί παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές στους βιολογικούς μηχανισμούς που διατηρούν τη φυσιολογική μάζα, κατανομή και λειτουργία του λιπώδους ιστού, συμβάλλοντας έτσι στην παχυσαρκία.

Ποιοι είναι οι βασικοί πυλώνες στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας; 

Oι αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι απαραίτητες και αποτελούν τη βάση της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας.  Η υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση περιλαμβάνει περιορισμό της πρόσληψης θερμίδων, υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου διατροφής και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Συνιστώνται εξατομικευμένα προγράμματα διατροφής, που να μπορούν να προσαρμόζονται στις συννοσηρότητες του ατόμου, αλλά και τις κοινωνικοπολιτισμικές ιδιαιτερότητες και τα οποία να διατηρούνται σε βάθος χρόνου.

Υγιεινή διατροφή δεν σημαίνει απαραίτητα τον αποκλεισμό κάποιων τροφών από τη δίαιτα. Ωστόσο, για την απώλεια σωματικού βάρους απαιτείται η σύσταση διαιτολογίου που να χαρακτηρίζεται από μείωση των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων.

Ο συνδυασμός της διατροφής και της αυξημένης σωματικής δραστηριότητας, γενικά, οδηγεί σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους από ό,τι κάθε μέθοδος ξεχωριστά, συμβάλλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας και μειώνει τη θνησιμότητα και νοσηρότητα σε ασθενείς με παχυσαρκία και καρδιομεταβολικά νοσήματα.

Τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας βοηθούν τους ασθενείς να επιτύχουν στοχευμένους στόχους απώλειας βάρους και υγείας, συμπληρωματικά στην ολοκληρωμένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής, Συνιστώνται για άτομα που έχουν κίνητρο να χάσουν βάρος και έχουν Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) μεγαλύτερο ή ίσο με 30 kg / m2 ή ΔΜΣ μεγαλύτερο ή ίσο με 27 kg / m2 με τουλάχιστον μία επιπλοκή που σχετίζεται με την παχυσαρκία.

Τέλος, η βαριατρική χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να εξετάζεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε ασθενείς που έχουν κίνητρο να χάσουν βάρος, αλλά δεν έχουν επιτύχει επαρκή απώλεια βάρους κατόπιν συμπεριφορικής θεραπείας, με ή χωρίς φαρμακοθεραπεία.

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα άτομα που χάνουν βάρος είναι η διατήρηση της απώλειας. Μάλιστα, 1 στα 2 παχύσαρκα άτομα θεωρούν ότι είναι δική τους ευθύνη…

Τα δεδομένα από μελέτες δείχνουν ότι μετά από υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση, περίπου το 40% των ενηλίκων με παχυσαρκία χάνουν ≥5% του σωματικού τους βάρους και το 20% χάνουν ≥10% του βάρους τους σε ένα έτος. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη διατήρηση του χαμένου βάρους είναι μια σημαντική πρόκληση. Βάσει μελετών, περισσότερο από το 50% του βάρους ανακτάται μέσα σε 2 χρόνια και >75% του χαμένου βάρους ανακτάται σε 5 χρόνια.

Η κύρια αιτία της ανάκτησης του βάρους, μετά την απώλειά του, φαίνεται να έχει φυσιολογική βάση. Ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται την απώλεια βάρους που προκύπτει από θερμιδικό περιορισμό, ως «στέρηση» τροφής και μη φυσιολογική κατάσταση. Και την αντιμετωπίζει με αύξηση ορμονών που προκαλούν πείνα και μείωση άλλων ορμονών πληρότητας και κορεσμού. Συγχρόνως, στρέφεται σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται μεταβολική προσαρμογή. Το σώμα δηλαδή αντιστέκεται στις υγιεινοδιαιτητικές παρεμβάσεις για απώλεια βάρους, μέσω ορμονικών προσαρμογών,  που περιορίζουν τη μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους.

Πότε λοιπόν (υπό ποιες προϋποθέσεις) περνάμε στον δεύτερο πυλώνα αντιμετώπισης;

Όταν τα υγιειονοδιαιτητικά μέτρα για τη μείωση του βάρους αποτυγχάνουν ή δεν επαρκούν, ενδείκνυται η χορήγηση εγκεκριμένων φαρμάκων. Τα φάρμακα δεν λαμβάνονται μόνα τους, αλλά είναι πάντοτε επικουρικό μέτρο στη διατροφική παρέμβαση και την άσκηση. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες, η φαρμακευτική αγωγή ενδείκνυται σε ΔΜΣ μεγαλύτερο ή ίσο με 30 kg / m2 ή ΔΜΣ μεγαλύτερο ή ίσο με 27 kg / m2 με τουλάχιστον μία επιπλοκή που σχετίζεται με την παχυσαρκία.

Τι όπλα έχουμε σήμερα στη φαρμακευτική φαρέτρα για την αντιμετώπιση της νόσου της παχυσαρκίας; 

Πολλά φάρμακα δοκιμάστηκαν στο παρελθόν για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Οι επί του παρόντος εγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές στοχεύουν σε  περιφερικές και κεντρικές οδούς,  για τη μείωση της πρόσληψης τροφής.

Η ορλιστάτη, για παράδειγμα, έχει περιφερική δράση, μέσω μείωσης της πρόσληψης λίπους.

Ο συνδυασμός ναλτρεξόνης- βουπροπριόνης, δρα στα κέντρα ανταμοιβής, αυξάνοντας τον αυτο-έλεγχο και το αίσθημα κορεσμού.

Οι ενέσιμοι GLP-1 αγωνιστές δρουν κεντρικά, μειώνοντας την όρεξη και περιφερικά, επιβραδύνοντας την κένωση του στομάχου.

Μια νέα κατηγορία, οι λεγόμενοι δι- και πολύ-αγωνιστές παρέχουν πρόσθετα -στην προηγούμενη κατηγορία- αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η τιρζεπατίδη, το πρώτο εγκεκριμένο φάρμακο αυτής της κατηγορίας, πέραν των προαναφερθεισών δράσεων, ρυθμίζει τη χρήση λίπους και μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της συσσώρευσης έκτοπου λίπους.

Σε μια εποχή που η Ιατρική Ακριβείας είναι πανταχού παρούσα, είναι και η παχυσαρκία μια νόσος που χρήζει εξατομικευμένης αντιμετώπισης; 

Μία από τις κύριες προκλήσεις στη διαχείριση βάρους είναι η αδυναμία πρόβλεψης της ανταπόκρισης του κάθε ατόμου στα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα, στα φάρμακα, ακόμα και στα βαριατρικά χειρουργεία. Οι λόγοι για τη μη ανταπόκριση δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς.

Η Ιατρική Ακριβείας, με την έννοια της προσαρμοσμένης προσέγγισης, ανάλογα με το προφίλ του κάθε ασθενούς, μπορεί να είναι το μέλλον της διαχείρισης βάρους. Τέτοια προσέγγιση απαιτεί τη διαθεσιμότητα μεγάλων μελετών και αναλύσεων, για τη  συλλογή δεδομένων σχετικά με τη γενετική, την επιγενετική και την περιβαλλοντική επίδραση, στην πολύπλοκη παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας.