Αναστάσιος Κόλλιας
Καθηγητής Παθολογίας, Κέντρο Υπέρτασης STRIDE-7, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Γ΄ Παθολογική Κλινική, Νοσοκομείο «Σωτηρία»
Η αρτηριακή υπέρταση είναι η αυξημένη πίεση του αίματος που ασκείται στο τοίχωμα των αρτηριών. Τα τελευταία έτη, η συχνότητα της υπέρτασης τείνει να αυξάνεται, κυρίως λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης της συχνότητας της παχυσαρκίας.
Διεθνή και ελληνικά δεδομένα δείχνουν ότι περίπου το 30-40% του ενήλικου πληθυσμού παρουσιάζει αρτηριακή υπέρταση. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η συχνότητα της υπέρτασης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη σε ειδικές πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι παχύσαρκοι, οι διαβητικοί, οι νεφροπαθείς, κ.λπ. Παρά την τεκμηριωμένη γνώση και την πρόοδο στη διαγνωστική και στη θεραπευτική διαχείριση της αρτηριακής υπέρτασης, σημαντικό ποσοστό των υπερτασικών δεν γνωρίζουν ότι έχουν υπέρταση ή δεν τη ρυθμίζουν ικανοποιητικά.
Αίτια
Στις περισσότερες περιπτώσεις (> 90%), η υπέρταση χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής, δηλ. δεν ανευρίσκεται κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία αλλά ενοχοποιούνται παράγοντες, όπως η μεγάλη ηλικία, η κληρονομικότητα, το αυξημένο σωματικό βάρος, η καθιστική ζωή, η αυξημένη πρόσληψη αλατιού. Σπάνια η υπέρταση μπορεί να οφείλεται σε συγκεκριμένες παθήσεις.
Η υπέρταση, συνήθως, δεν προκαλεί συμπτώματα και για αυτό αναφέρεται και ως «κρυφός δολοφόνος». Συνεπώς, η αναγνώρισή της μπορεί να γίνει μόνο με τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης. Η μακροχρόνια αρρύθμιστη υπέρταση αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για επιπλοκές, όπως η στηθάγχη, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η καρδιακή ανεπάρκεια, το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, η περιφερική αρτηριοπάθεια, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η αμφιβληστροειδοπάθεια, η στυτική δυσλειτουργία, η άνοια.
Συνεπώς, συχνά η πρώτη κλινική εκδήλωση της αδιάγνωστης υπέρτασης σχετίζεται με την ανάπτυξη κάποιας εκ των ανωτέρω επιπλοκών.
Διάγνωση
Η διάγνωση της υπέρτασης βασίζεται σε μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, οι οποίες προτείνεται να γίνονται με πιστοποιημένα ηλεκτρονικά πιεσόμετρα με περιχειρίδα βραχίονα (https://www.stridebp.org/bp-monitors). Η αρτηριακή πίεση καταγράφεται με δύο αριθμούς που αντιστοιχούν στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση π.χ. 145/92 και μετριέται σε χιλιοστά της στήλης υδραργύρου (mmHg). Η αρτηριακή πίεση παρουσιάζει διακύμανση (μεταβλητότητα) των τιμών της στο χρόνο με αποτέλεσμα η ακριβής εκτίμησή της και η ορθή διάγνωση της υπέρτασης να απαιτούν σχολαστικές πολλαπλές μετρήσεις με πιστοποιημένα πιεσόμετρα στο ιατρείο, καθώς και εκτός αυτού (συνήθως στο σπίτι, ενίοτε και με 24ωρη καταγραφή).
Ένας μέσος όρος μετρήσεων αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο ≥140/90 mmHg (συστολική/διαστολική) υποδηλώνει υπέρταση ή κακή ρύθμιση αυτής για αυτούς που λαμβάνουν θεραπεία. Ωστόσο, η διάγνωση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται και με μετρήσεις εκτός ιατρείου, συνήθως με μετρήσεις στο σπίτι, όπου ένας μέσος όρος μετρήσεων αρτηριακής πίεσης ≥135/85 mmHg, σε διαδοχικές ημέρες και με κατάλληλο πρόγραμμα, επιβεβαιώνει την υπέρταση.
Νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι σε υπερτασικούς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή επίπεδα αρτηριακής πίεσης στο εύρος 120-130/70-80 mmHg (συστολική/διαστολική) συνδέονται με το μέγιστο καρδιαγγειακό όφελος.
Θεραπεία
Η θεραπεία της υπέρτασης βασίζεται σε συνδυασμό υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων (απώλεια βάρους, μείωση προσλαμβανόμενου αλατιού, τακτική άσκηση) και φαρμακευτικής αγωγής. Η αναγκαιότητα έναρξης, καθώς και το είδος της φαρμακευτικής αγωγής, καθορίζονται από τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης, αλλά και τα χαρακτηριστικά και το συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο του ασθενούς, δηλαδή τη συνύπαρξη και άλλων παραγόντων κινδύνου, όπως η ηλικία, το κάπνισμα, η υπερλιπιδαιμία, ο διαβήτης, καθώς και τη μελλοντική πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Σε γενικές γραμμές η αντιϋπερτασική φαρμακευτική αγωγή είναι ασφαλής και με τεκμηριωμένο καρδιαγγειακό όφελος.










